Περιοδικό Μαύρη Ζώνη τεύχος 52.
ΜΖ: Κυριάκο, ποια ήταν η πρώτη σου γνωριμία με τις πολεμικές τέχνες;
ΚΠ: Ξεκίνησα με το καράτε το 1974 σε ηλικία 14 ετών, στο δάσκαλο τον κύριο Βασ. Ζαχόπουλο.
Παρεπιπτόντως, εκεί γνώρισα και τον Κώστα τον Τσιδημόπουλο, τον μετέπειτά μου δάσκαλο στο ταεκβοντό. Μετά από κάποια χρόνια, το 1978, βγήκα πρωταθλητής Ελλάδος Καράτε στην κατηγορία μου. Παρ’ όλο που το κούμιτε τότε ήταν πιο σκληρό απ ΄ό,τι είναι στο σημερινό ippon σπορ καράτε, εμένα δεν με ικανοποιούσε και ήθελα να κάνω κάτι πιο δυναμικό. Γι αυτό το λόγο ξεκίνησα το 1979 με το κικμπόξ, κοντά στον κύριο Λιακόπουλο, τον πρωτεργάτη αυτού του αθλήματος στην Ελλάδα.
ΜΖ: Τι θυμάσαι από την πρώτη προπόνησή σου στο κικμπόξ;
ΚΠ: Ότι έπαθα σοκ! Ο κύριος Λιακόπουλος τότε είχε ένα γυμναστήριο στον Κορυδαλλό, όπου έκανα ένα πρώτο σπάρινγκ με κάτι παιδιά αρκετά κιλά λιγότερο από μένα. Όχι μόνο δεν μπορούσα να τα πλησιάσω στο ρινγκ, αλλά έτρωγα ξύλο κιόλας. Ως καρατέκα είχα καλά πόδια, αλλά τα χέρια μου δεν είχαν καμιά σχέση, έκανα μόνο δεξί τσούκι όπως κάναμε τότε στο κούμιτε. Πεισμάτωσα από αυτή την εμπειρία και αμέσως ξεκίνησα 5 φορές την εβδομάδα προπόνηση.
Tαυτόχρονα έκανα και τρέξιμο τα πρωινά και γρήγορα ανέβηκα ως αθλητής του κικμπόξ. Μιλάμε Κώστα για τα πρώτα βήματα του αθλήματος τότε στην Ελλάδα, με αθλητές εκτός από εμένα, τον Κακαράκη, τον Παπαδέα, τον Μουρατίδη ένα παιδί του Μάλλιου, τον Ελευσινιώτη, κλπ.
ΜΖ: Πότε έκανες τον πρώτο σου επίσημο αγώνα κικμπόξ;
ΚΠ: Περίπου μετά από ένα χρόνο το 1980, με αντίπαλο έναν κικμπόξερ που ήταν 10 κιλά βαρύτερος από μένα, αφού τότε δεν υπήρχαν αθλητές, όπου νίκησα στα σημεία. Στη συνέχεια κάναμε πολλά ματς στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό και συνολικά στέφθηκα πέντε φορές πρωταθλητής Ελλάδος στο κικμπόξ.
ΜΖ: Περίγραψέ μας εν συντομία την διεθνή καριέρα σου ως κικμπόξερ, εκείνα τα «πέτρινα» χρόνια.
ΚΠ: Το πρώτο μου διεθνές παιχνίδι, έχοντας κάνει περίπου 10 αγώνες στην Ελλάδα, ήταν στην πόλη Brighton το 1981 με τον Άγγλο Kenny Walton, δύο φορές πρωταθλητή Ευρώπης ITF και αήττητο τότε στο κικμπόξ, όπου έχασα στα σημεία. Ξαναπαίξαμε ρεβάνς στην Αθήνα μετά από ένα περίπου χρόνο, όπου έπαιξα πολύ καλύτερα και πιστεύω πως τον κέρδισα, αν και οι κριτές έβγαλαν τον αντίπαλό μου νικητή στα σημεία.
Καθοριστικό σημείο για την εξέλιξή μου ως αθλητής του κικμπόξ, υπήρξε ο αγώνας μου με τον έγχρωμο Άγγλο πρωταθλητή Lloyd Corbin, έναν επαγγελματία πυγμάχο που έγινε κικμπόξερ. Εκεί κατάλαβα τι πραγματικά σημαίνει πυγμαχία, ενώ ο Walton ως παλιός ταεκβοντόκα είχε πολύ καλά πόδια και μέτρια χέρια, ο Corbin στην πυγμαχία ήταν κλάσεις ανώτερος από μένα.
Μετά από αυτό τον αγώνα κατάλαβα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να βελτιώσω τα χέρια μου, εάν ήθελα να διακριθώ στο διεθνές κικμπόξ.
Γι αυτό το λόγο μαζί με το κικμπόξ, ξεκίνησα και πυγμαχία στην ΑΕΚ αρχές του 1982, όπου με βοήθησε πολύ ο φίλος μου ο Λάζαρος ο Σαριαννίδης και ο δάσκαλός μου ο κύριος Μαλεβιζόπουλος. Τα πήγα πολύ καλά και στο άθλημα αυτό, μάλιστα το 1985 στέφθηκα πρωταθλητής Ελλάδος και στην πυγμαχία.
ΜΖ: Ποια θεωρείς την κορυφαία σου στιγμή ως αθλητής του κικμπόξ;
ΚΠ: Αναμφισβήτητα ο αγώνας μου το 1983 στη Γαλλία, με τον θρυλικό παγκόσμιο πρωταθλητή Full Contact, τον Christian Battesti, τότε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ευρωπαικού κικμπόξ. Ταξιδέψαμε στη Γαλλία για να συμμετάσχουμε σε μια μεγάλη διοργάνωση ως εθνική ομάδα, εγώ, ο Παπαδέας, ο Κακαράκης και ο Ελευσινιώτης. Έπαιξα πέντε γύρους με τον Battesti, ναι μεν έχασα στα σημεία αλλά στάθηκα αντάξιος απέναντι σε ένα μεγαθήριο του αθλήματος και είμαι υπερήφανος γι αυτό.
MZ: Πότε και γιατί έπεσε η αυλαία στην αγωνιστική σου καριέρα;
ΚΡ: Τον Δεκέμβριο του 1987 τραυματίστηκα στο πανελλήνιο πρωτάθλημα ταεκβοντό στη Θεσσαλονίκη όπου έπαθα ρήξη χιαστών. Έκανα χειρουργείο και μετά η αλήθεια είναι ότι φοβήθηκα με το πόδι μου και αποφάσισα να δώσω όλη την ενέργειά μου στη σχολή που είχα ήδη ανοίξει στο Περιστέρι. Τελικά μου βγήκε σε καλό, αφού από το 1992 έβγαινα συνέχεια ή πρώτο ή δεύτερο σωματείο στους πανελλήνιους ταεκβοντό WTF.
ΜΖ: Αλήθεια, πώς «έμπλεξες» λοιπόν με το ταεκβοντό;
ΚΠ: Είχα μεγάλη δίψα να βελτιωθώ σαν αθλητής και πάντα έψαχνα τρόπους για να το πετύχω. Να φανταστείς ότι το 1983 είχα φθάσει στη τρίτη θέση στη ευρωπαική κατάταξη της τότε μεγαλύτερης ομοσπονδίας της ΡΚΑ. Αρχές του 1983 πριν τον αγώνα μου ακόμη με τον Battesti, ξεκίνησα προπόνηση στο ταεκβοντό WTF με δάσκαλο τον Τσιδημόπουλο. Πρώτα απ’ όλα για να βελτιώσω ακόμη περισσότερο τα πόδια μου στο κικμπόξ. Όμως αυτός δεν ήταν ο μόνος λόγος, ήθελα να κάνω και αγώνες στο ταεκβοντό, επειδή μου άρεσε το ότι στο άθλημα αυτό υπήρχε πλήρης επαφή. Από εκεί και πέρα το εβδομαδιαίο προπονητικό πρόγραμμά μου ήταν υπερπλήρες: τρεις φορές κικμπόξ στον κύριο Λιακόπουλο, τρεις φορές ταεκβοντό στον κύριο Τσιδημόπουλο, δύο φορές πυγμαχία στην ΑΕΚ και τρία πρωινά τρέξιμο.
ΜΖ: Ο Κώστας Τσιδημόπουλος έκανε όπως είπες WTF, πώς βρέθηκες να συμμετάσχεις ως μέλος της εθνικής ITF στο παγκόσμιο στο Ειρήνης και Φιλίας το…..
ΚΡ: Τότε δεν υπήρχαν τόσο ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές όπως σήμερα ανάμεσα στο ταεκβοντό στυλ WTF και ITF. Ο ίδιος ο Τσιδημόπουλος με παρότρυνε να συμμετάσχω εκτός από το WTF και σε αγώνες ITF, επειδή εκτός από λακτίσματα είχα και καλά χέρια και το αγωνιστικό στυλ ITF, όπως παιζόταν τότε, μου ταίριαζε. Και σε αυτό το άθλημα τα πήγα καλά, το 1986 στέφθηκα πρωταθλητής Νότιας Ελλάδας ITF, βγήκα επίσης δύο φορές δεύτερος στους πανελλήνιους της ITF. Για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου: ένα χρόνο μετά αφού έγινα μέλος της εθνικής ομάδας της ITF, έπαιξα
ΜΖ: Τι ήταν αυτό στο ταεκβοντό WTF, που τελικά σε κέρδισε και αφοσιώθηκες σε αυτό το άθλημα;
ΚΡ: Αγαπώ εξίσου τα τρία αθλήματα που κάνω, δηλαδή το κικμπόξ, την πυγμαχία και το ταεκβοντό. Το 1985 όπως προανέφερα άνοιξα τη σχολή μου στο Περιστέρι, στο σημείο όπου είναι μέχρι σήμερα και από κει και πέρα άρχισα να σκέφτομαι όχι μόνο ως αθλητής, αλλά και ως δάσκαλος και προπονητής. Από τα τρία που έκανα, τα ταεκβοντό για μένα είναι το δυσκολότερο άθλημα, τόσο σε τεχνικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο και γι αυτό το ταεκβοντό αποτελούσε για μένα σαν προπονητής τη μεγαλύτερη πρόκληση και ενδιαφέρον κι έτσι αποφάσισα να δώσω το βάρος μου εκεί.
ΜΖ: Από εκείνα τα χρόνια, ποιοι παίκτες στο ταεκβοντό σου έκαναν εντύπωση;
ΚΠ: Κώστα, στο ταεκβοντό υπάρχουν δύο ειδών πολύ καλοί παίκτες: ο παίκτης «φαντεζί» ο εντυπωσιακός τεχνίτης και από την άλλη ο «σκακιερίστας», ο παίκτης ουσίας, ο έξυπνος, ο εγκεφαλικός. Στην πρώτη κατηγορία κορυφαίος κατά τη γνώμη μου ήταν ο Γιάννης Χανιαδάκης, φανταστικός παίκτης που όλοι χαζεύαμε όταν έπαιζε στο τερέν. Ο καλύτερος τότε παίκτης ουσίας για μένα ήταν ο 10 φορές πρωταθλητής Ελλάδας, ο σημερινός πρόεδρος της ομοσπονδίας μας, ο Νίκος Θωμαίδης, πανέξυπνος ταεκβοντόκα.
ΜΖ: Γενικότερα ποια είναι τα στοιχεία τα οποία κατά τη γνώμη σου πρέπει να έχει ένας παίκτης για να γίνει πρωταθλητής στο ταεκβοντό;
ΚΠ: Πάνω απ’ όλα πρέπει να έχει ψυχή, μπορεί να είναι άριστος τεχνίτης και στο ζέσταμα να φυσάει, αλλά εάν ο αθλητής στο τερέν φοβάται να κάνει μάχη, εμένα δεν μου κάνει. Στο ταεκβοντό παίζει επίσης πολύ μεγάλο ρόλο η ψυχολογία και το κατά πόσο ο αθλητής αντέχει στο στρες. Μπορεί π.χ. σε ένα μεγάλο πρωτάθλημα ο ταεκβοντόκα να κάνει και 5 αγώνες μέσα σε μία ημέρα. Πέντε φορές λοιπόν πρέπει ο πρωταθλητής να γεμίζει τις μπαταρίες του, πέντε φορές να έχει αντιμετωπίσει ένα δυνατό αντίπαλο, ο οποίος θέλει να τον βγάλει νοκ άουτ και πολλές φορές πρέπει να αντέξει και να νικήσει το στρες όταν βρίσκεται οριακά πίσω ή μπροστά στο σκορ. Από κει και πέρα φυσικά παίζουν ρόλο το έμφυτο ταλέντο, η εξυπνάδα του αθλητή, η τεχνική του κατάρτιση, τα φυσικά προσόντα και το σωστό «κοουτσάρισμα» στον αγώνα.
ΜΖ: Πότε άνοιξε για σένα το κεφάλαιο «εθνικός προπονητής» στο ταεκβοντό;
ΚΡ: Είμαι κοντά στην εθνική από το 2000, όχι επίσημα στα χαρτιά αλλά πήγαινα κανονικά με τις αποστολές, σαν βοηθός προπονητή. Το 2005 η ομοσπονδία με εισήγηση του σημερινού προέδρου του κυρίου Νίκου Θωμαίδη, με έκανε επίσημα προπονητή και με την ευκαιρία αυτής της συνέντευξης θέλω να τον ευχαριστήσω για άλλη μια φορά για την τιμή που μου έκανε και για τη συνεχόμενη εμπιστοσύνη που δείχνει στο πρόσωπό μου. Συναρπαστική η καριέρα μου σαν αθλητής, πολύ ωραίο πράγμα το να έχεις και να διδάσκεις στον δικό σου σύλλογο, αλλά για μένα το αποκορύφωμα της καριέρας μου στα αθλήματα είναι αναμφισβήτητα η ενασχόλησή μου με την εθνική ταεκβοντό.